Τελικά, το party άλλαξε location. Έτσι, αναγκαστικά, θα γιορτάσουμε τη γιορτή της Χριστιανοσύνης με τους βουδιστές και θα πρέπει να ανεβούμε στο ηφαίστειο, στα 3.000 μέτρα.
Δεν θα τα καταφέρεις ποτέ», είπε η Mantalena. «Απορώ στ’ αλήθεια που πιστεύεις όλες αυτές τις φάσεις με τους εκδότες και τα περιοδικά. Ότι θα γίνεις ξέρω κι εγώ ποιος, στέλνοντας κείμενα και περιμένοντας να σου τα εκδώσουν». (Σκάσε γυναίκα, γράφω). «Εμένα μου θυμίζουν σχολικούς διαγωνισμούς, θρανία και βλογιοκομμένους συμμαθητές που θέλουν να κοιτάξουν κάτω απ’ τη φούστα μου. Καλά τι νόμισες; Το ότι θέλεις να διακριθείς δεν σημαίνει τίποτα μωρό μου! Εδώ δεν υπάρχει αξιοκρατία, αλλά καπιταλισμός της πλάκας».
Προσπαθώ να μην της δίνω σημασία και συνεχίζω να σημειώνω στα χαρτιά μου. Όπως μπορεί να καταλάβει ο καθένας από το λογίδριο της, δεν είμαι ο κλασικός τύπος του προφήτη που πρέπει να αναγνωριστεί απ’ όλο τον κόσμο προτού τον παραδεχτούν στον τόπο του. 30+ χρονών ρεμάλι, μάλλον άργησα να πάρω απόφαση ότι είμαι αποτυχημένος μουσικός, εραστής (με εξαίρεση τη Mantalena), συγγραφέας. Τέτοια μου λέει λοιπόν, αυτή η γυναίκα και χειρότερα: «Δεν μιλάς ε; Δεν μιλάς γιατί ξέρεις ότι η κατάσταση επιδεινώνεται έτσι και ανοίξεις το στόμα σου. Από πότε έχεις να μου απευθύνεις κουβέντα, ρε; Όλη τη μέρα κάθεσαι ξάπλα και γράφεις τα ψυχασθενημένα σου κι εγώ έχω καταντήσει μισότρελη με σένα κι όλους τους άλλους που μου κουβαλάς για να μιλήσετε μες τα μαύρα μεσάνυχτα σα να ήσασταν η 17Ν. Αλλά τι να σου πω, που έτσι είστε όλοι οι άντρες, νομίζετε ότι έχετε όραμα. Στο μεταξύ, το παίζετε και grands seigneurs (σημ. ξέρει και γαλλικά η δικιά σου, αυτό μου άρεσε απ’ την αρχή): «όλο μου τσαμπουνάς κάτι ανώμαλα του στυλ “η ευγενική τέχνη του να αποκτάς εχθρούς” και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Ο Ζαμπούνης; Και τα γούστα σου είναι μακάβρια, δεν το καταλαβαίνεις; Συνεχώς διαβάζεις νεκρούς συγγραφείς και ακούς νεκρούς συνθέτες και μουσικούς». «Αν δεν μπορείς να νιώσεις το ασήμαντο των σημαντικών πραγμάτων δεν θα καταλάβεις ποτέ τη σημασία του ασήμαντου», της απαντώ για να την τρελάνω, αλλά δεν το βάζει κάτω: «Φτου σου, μάτια μου. Άμα καταλάβεις τι σου γίνεται, να μου το πεις κι εμένα, που αισθάνομαι σαν παρεξηγημένη πουτάνα. Σιγά μην αφήσω εσένα, τον “επιστημονικό” συγγραφέα να μου ανοίξεις το δρόμο για τη συστηματικότερη προσέγγιση της μελέτης του υπόκοσμου, απόβρασμα. Που στα τσακίδια ήσουν χτες; Φυσικά εννοώ το βράδι! Που γύριζες με τα CD παραμάσχαλα ρε κάλπικη ελίτ; Συμμετείχες πάλι σε καμία συζήτηση περί πνευματικών παρεξηγήσεων Ανατολής-Δύσης; Και το κραγιόν στο μπλουζάκι σου πως βρέθηκε ρε τσόγλανε; Σου φαίνομαι για Χαλιμά;»
[Το καλοκαίρι είναι εδώ και ο παράδεισος, γεμάτος από ηλίθιους που πιστεύουν ότι υπάρχει]. Σταματάω να γράφω και της λέω με θράσος: «Λοιπόν; Θα προσπαθήσεις να με κάνεις ευτυχισμένο; Γιατί δεν έχω καθόλου καιρό για χάσιμο». «Έχω δοκιμάσει τα πάντα μαζί σου», την πιάνει το παράπονο. «Θυμάσαι, που είχαμε ορκιστεί να τα λέμε όλα ο ένας στον άλλο όταν σε γνώρισα στην Πάντειο σ’ εκείνη την οργάνωση, πως τη έλεγαν να δεις...» «Έλα που δεν θυμάσαι...» «...» «Μ.Ο.Υ.Ν.Ι.». «Α, ναι, ρε κωλόπαιδο... Μαχητική Οργάνωση Υπεράσπισης Νέων Ιδεών. Μετά βέβαια, άλλαξες. Το ‘ριξες στη διανόηση, στον Peter Hammill, στον David Bowie και τους Cure, ανώμαλε απαισιόδοξε. Τα καλύτερά μου χρόνια έχασα μαζί σου να προσπαθώ να κάνω σεξ με το “παρακαμπτήριο ζευγάρωμα των Κινέζων”, διεστραμμένε. Και τι κατάλαβες; Νομίζεις ότι το σεξ θα σε γλιτώσει απ’ την ψυχασθένεια;» (τα παίρνει στο κρανίο πάλι). «Κοίτα να δεις, όπως και να ‘χει, δεν υπάρχουν και πολλά που να μπορώ να κάνω για να σώσω τη σχέση μας. Το αντίτιμο τού να ζει κανείς μαζί σου είναι η αναλγησία κι εγώ δεν έχω άλλες αντοχές. Ένα θα σου πω μόνο: Πρόσεξε λιγάκι γιατί σε βλέπω κανένα βράδυ με ανοιγμένο το κεφάλι να αναρωτιέσαι τι δεν πήγε καλά με τα δημοσιοσχετίστικα ρεπορτάζ σου. Παράτα τα. Βρες μια δουλειά σαν όλο τον κόσμο. Δεν θα τα καταφέρεις ποτέ, στο ξαναλέω: βαδίζεις στα τυφλά, στην ανοησία των interviews και στη χυδαιότητα των επαγγελματικών συναντήσεων, ηλίθιε. Πως την έχεις δει; Ότι επειδή θα στείλεις ένα άρθρο σε κάποια που σε πήδηξε, θα μπεις και στην κλίκα; Επειδή σου έδωσαν ένα deadline, νομίζεις ότι σε προσλάβανε κιόλας; Έχεις ένα μήνα να... να μου πεις μια λέξη, να γράψεις μια νότα ή ένα γαμημένο κατάλογο για τα ψώνια και μου θρονιάστηκες τώρα στο χαλί με τον Mahler στη διαπασών να μουτζουρώνεις παλιόχαρτα; Κόφτο που σου μιλάω!»
[Καμιά φορά, νομίζει ότι τσακωνόμαστε για τις ιδέες μας και όχι για τις εμμονές μας - αυτή η ιδέα, μου έχει γίνει εμμονή].
«Πάμε βόλτα;», της λέω. «Που;» (το ‘ξερα ότι θα το πει αυτό, όλες τα ίδια λένε). «Στο φως της παιδικής μας ηλικίας». «…» «Πάμε στη θάλασσα. Θα ανέβουμε στη μηχανή, θα μισοκλείσεις τα μάτια και θα νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε roller-coaster που κάνει ταξίδι στο χρόνο: σε εποχές που η Πειραϊκή ήταν ακόμη πολύ καθαρή για να τσαλαβουτάς σ’ αυτήν τα ποδαράκια σου ή ακόμα παλιότερα, όταν μπορούσες να μπαρκάρεις σε μια οκτάκωπη τριήρη και να βρεθείς στην Ατλαντίδα». «Ξέφυγες πάλι, γκόμενε. Έλα στο κρεβάτι και πιο βράδυ πάμε σε κανένα club». «Ναι, αλλά στη Δήλο». «Η Δήλος δεν έχε clubs, αγεωγράφητε». «Δεν πειράζει. Θα φτιάξουμε εμείς το δικό μας με πέτρες, ξύλα και καλάμια. Θα χωράει ακριβώς δυο άτομα και θα παίζει Montepulciano και acid jazz για να ξυπνήσουμε τους νεκρούς». «Γιατί δεν προσπαθείς μια φορά να μιλήσεις λογικά μαζί μου; Γιατί θα πρέπει πάντα να αποκρυπτογραφώ τα μυαλοστιψίματά σου, γαμώτο; Τι είναι αυτά που μου τσαμπουνάς;»
[Η λογική δίνει στον άνθρωπο αυτό που χρειάζεται. Η μαγεία, του δίνει αυτό που θέλει]. «Τι σημείωσες πάλι εκεί πέρα;», μου λέει επειδή δεν της απάντησα. «ΟΚ» της λέω. «Βγαίνουμε πιο βράδυ σε κανένα club. Τι λες για το ”Hook” στη Βαρκελώνη; Ο Fabio φτιάχνει την καλύτερη marguerita που έχεις πιει ποτέ». «Μου έχεις σπάσει τα νεύρα. Δεν είσαι ικανός να αρθρώσεις μια κουβέντα της προκοπής. Σοβαρέψου! Πως θα πάμε στη Βαρκελώνη, ρε αλλόφρονα;» «Απ’ την Αττική οδό. Σε πάει παντού. Και την πληρώσαμε και μια περιουσία». «Καλά. Εγώ θα πεταχτώ μέχρι το ”Blues” στην Πανόρμου, για μια sangria, εσύ αν θες, πήγαινε όπου γουστάρεις». «Είδες τι κάνεις τώρα; Ύστερα, θα παραπονιέσαι που γνώρισα κάποια άλλη». «Κόφτο».
[Γιατί ερωτεύονται οι άνθρωποι; Έχει να κάνει με ένα βέλος, αλλά απ’ όσο ξέρω, μετά δεν είναι τόσο οδυνηρό]. Περνούν λίγα λεπτά βαλτώδους σιωπής. Διαβάζει την κυριακάτικη, ξαπλωμένη. Σε μια στιγμή, ανασηκώνεται και μου πετάει: «Η καλοσύνη είναι το καλύτερο αφροδισιακό». Άντε πάλι. Βαριέμαι να της πω ότι ξέρει πως την λατρεύω. Ότι ξέρει πως ούτε κι εκείνη θα φύγει από μένα ποτέ. Της λέω μόνο «έρωτας είναι όταν ο άλλος σε κάνει έξω φρενών κι εσύ δεν βάζεις τις φωνές, για να μην τον κάνεις να κλάψει» και μου απαντάει ότι εκείνη έχει ξεπεράσει προ πολλού αυτή τη φάση. Ότι τώρα πια δεν είναι απλώς ερωτευμένη, ότι τώρα πια «αγαπάει». «Η αγάπη δεν ζητά τίποτα», της απαντάω. «Η αγάπη είναι μια υπέροχη, παράλογη αφοσίωση. Σαν αυτή ενός σκύλου που σου γλύφει το πρόσωπο, παρόλο που τον είχες αφήσει μόνο του όλη μέρα». Βάζει τα κλάματα.
«Αγάπη είναι να δοκιμάζω τον καφέ πριν στον δώσω», μου λέει με αναφιλητά. «Αγάπη είναι να ξυπνάς με γλυκόλογα, να κάνεις έρωτα το απόγευμα σε σκεπάσματα γεμάτα εφημερίδες και περιοδικά και να μη θέλεις να νυχτώσει με τίποτα». Όπως στέκεται όρθια, της κάνω μια τάε κβον ντο λαβή που μου έμαθε ο Γιάννης την τελευταία φορά που μας ξυλοφορτώσανε κάτι τσογλάνια, και τη ρίχνω στο κρεβάτι. «Όταν αγαπάς, καλό είναι να αποφεύγεις να φιλάς τον άλλο όσο είναι ντυμένος...», της ψιθυρίζω και της βγάζω το αγαπημένο της καλοκαιρινό μου πουκάμισο, «...τουλάχιστον όχι για περισσότερο από λίγες ώρες». Χασκογελάει αμήχανα, δακρυσμένη. «Η αγάπη είναι σαν κι εσένα», συνεχίζω, λύνοντάς της τα μαλλιά. «Είναι υπέροχη, αλλά η μοίρα της είναι να γαμηθεί κάποτε».
8/9/200Χ
"Εδώ, το μόνο που αλλάζει είναι τα ονόματα και οι διευθύνσεις" (ή κάπως έτσι)
Βούτηξα απ’ το πρώτο βράδυ που έφτασα. Είχε πανσέληνο και τα νερά άστραφταν ακίνητα. Όπως κολυμπούσα κάτω απ’ την επιφάνεια με ανοιχτά τα μάτια, προσπάθησα να διακρίνω το βυθό σα να ήταν μέρα. Μάταια, φυσικά. Έκανα τότε κάτι που κάναμε μικροί. Ανοίγαμε το στόμα στο μακροβούτι προσπαθώντας να ΜΗΝ πιούμε νερό και εννοείται δεν τα καταφέρναμε. Σταματούσαμε μόνο όταν αρχίζαμε να κλαίμε απ’ το βήχα και τα γέλια, και αναγουλιάζαμε απ’ το αλάτι. Ούτε ξέρω πόσο νερό ήπια. Και φυσικά σταμάτησα όταν άρχισα να κλαίω. Όχι απ’ τα γέλια όμως πια.
[-Να σου φέρω κάτι να πιείς; ρώτησε. -Όχι ευχαριστώ, της είπα. Ήπια πολύ απόψε.]
Θυμήθηκα ακόμη πως όταν ήμουν μικρός, πηγαίναμε για βραδινό μπάνιο στην πρώτη ευκαιρία, κι ας φοβόμασταν τις δράκαινες. Είναι κάτι αμμόψαρα με αγκάθια στην πλάτη, που έβγαιναν στα ρηχά και έτσι και τα πάταγες την είχες πατήσει κανονικά. Το πόδι σου πρηζόταν και έμενες να ιδρώνεις ακίνητος στο κρεβάτι για μέρες. Χώρια τον φριχτό πόνο.
[-Και τι θα κάνεις; Θα κάτσεις; -Μπα. Λέω να πάω για ύπνο. Είμαι από ταξίδι και πονάν τα πόδια μου].
Αλλά εκείνο το βράδυ δεν βρήκα δράκαινες. Μάλλον δεν υπάρχουν πια. Κι αν υπάρχουν, έχουν μετακομίσει για τα πιο βαθειά νερά του φυσικού αυτού κόλπου, που ήταν κάποτε η παιδική χαρά μας. Ούτε κοχύλες υπάρχουν – στα Καμίνια, βούταγες με τη μάσκα και όποια σκουρόχρωμη κηλίδα έβλεπες στη λευκή άμμο του βυθού και την έβγαζες, ήταν μια νόστιμη γυαλιστερή. Γεμίζαμε από μια τσαντούλα ο καθένας. Τις τρώγαμε με λεμονάκι καθισμένοι εκεί που σκάει το κύμα και οι μανάδες μας φώναζαν πως θα μας πονέσει η κοιλιά μας. Δεν θυμάμαι ποτέ να μας πόνεσε όμως.
[-Έχεις φάει; -Πολλά χρόνια τώρα.]
Βουλιάζωντας στα άδυτα ενός εαυτού ακαθόριστου όσο και τα σχήματα του βυθού, ένιωσα σαν ψάρι. Όχι θηλαστικό – αυτά έχουν μνήμη. Ψάρι ολόφρεσκο, έρμαιο της λήθης του και του κυματισμού της σεληνιασμένης θάλασσας, προορισμένο να κάνει ότι κάνουν συνήθως τα ψάρια, κολυμπώντας πότε δεξιά και πότε αριστερά. Αν φύγουν μακρύτερα απ’ τα νερά που τα ανάθρεψαν για άλλες θάλασσες, θα είναι επειδή το υπαγορεύει η Ύπαρξη.
[-Να φεύγω… -Κάτσε λίγο μωρέ. Αφού δε νυστάζεις. Που θα πας; -Δεν ξέρω, αλλά πρέπει.]
Ξέχασα τα πάντα. Προορισμούς, προοπτικές, εκείνη και την άλλη, εμένα και κάποια απ’ όλες, το ανεκπλήρωτο ραντεβού με τις δράκαινες. Μετά όμως, σκέφτηκα ότι θα ήθελα να θυμάμαι αυτή τη διαύγεια των νερών. Ήμουν -είμαι- βέβαιος ότι θα είναι ένα από τα πράγματα που θα περάσουν μπροστά απ’ τα μάτια μου, την αναπόφευκτη εκείνη στιγμή των ανθρώπων που όλη η ζωή τους περνά μπροστά τους. Σαν πέλαγος μέσα από μάτια πνιγμένου. Αφέθηκα.
Να γυρίσω.
Βγήκα. Δεν σκουπίστηκα. Έριξα πάνω μου το πουκάμισο που κόλλησε. Έβαλα με κόπο το παντελόνι γελώντας μες τη φωτεινή νύχτα. Επέστρεψα. Μπήκα στο μπαρ στάζοντας. Ήρθε και με φίλησε. -Πού ήσουν; με ρώτησε σκουπίζοντας λίγο αλατισμένο νερό απ’ την άκρη του ματιού μου. -Εκεί έξω.
All music and video posted on this blog is meant for sampling purposes only. If you really like what you hear, support the artist by buying his album or related merch. In any case, if you represent or own any media that happen to appear on this blog and would like something taken down, pls email us and we will remove the file(s).