
Η αδελφή μου πέρασε σήμερα το πρωί για καφέ.
Έχει δυο παιδιά, ένα κοριτσάκι τριών -τη Μαρία και ένα αγοράκι ενός έτους - τον Βασιλάκη. Μένουν σε ένα σπίτι στα Γλυκά Νερά, με κήπο, στέρνα με νούφαρα και χρυσόψαρα, πηγάδι, δυο σκυλιά, κούνια, πορτοκαλιές, μανταρινιές, φυστικιές, λεμονιές και ένα λωτό! (Ένα παλιό περιβόλι του παππού μας)
-Τελικά, βρε παιδί μου, μου λέει, είναι απίστευτα τα παιδιά μου. Ό,τι παιχνίδια, λαμπερά, πρωτότυπα, έξυπνα και να τους πάρεις... αυτά θα παίξουν με τις πέτρες, τις λάσπες και τα χώματα.
-Και τα καλάμια, της λέω. Δεν μας θυμάσαι εμάς μικρές στην Πάρο; Ολόκληρες λασποπολιτείες χτίζαμε.
-Τώρα που το λες, συνεχίζει, τις προάλλες, η Μαρία είχε κουβαλήσει κάτι πέτρες, κοτρώνες μιλάμε, κοντά στην είσοδο του περιβολιού και τις είχε βάλει τη μία πάνω στην άλλη, σωρό κανονικό.
-Και; ρωτάω.
-Ε, πόσην ώρα νομίζεις ότι έπαιζαν εκεί με τον αδελφό της; Μιλάμε για ώρες!
-Και με τι έπαιζαν; Με τις πέτρες;
-Με τις πέτρες, ένα πλαστικό μπουκάλι και ένα σπασμένο γλαστράκι! Και όταν ο Δημήτρης (ο άντρας της) της είπε "Μαρία, μην τις αφήνετε εδώ αυτές τις πέτρες γιατί από δω περνάω τη μηχανή" (βλ. ένα tenere), ξέρεις τι απάντησε;
-Τι;
-"Και που θα βάλω εγώ το κάστρο μου;"
Στη φωτό, η Μαρία - για τους φίλους "Μαγία" (δεν μπορεί να πει το "ρο")
