Τελικά αγόρασα μαγιό. 20 ευρώ από ένα στενάκι της Αχαρνών, Σάββατο πρωί κατά τις 10. Φύγαμε για τη θάλασσα. Πάλι σε κάποιον κάναμε σεφτέ, πρωτομηνιάτικα.Ο κόσμος ακόμη κοιμόταν. Να δεις που τελικά θα μου γίνει συνήθειο να ξυπνάω τις ώρες που οι άλλοι κοιμούνται. Το αντίθετο αποκλείεται (είμαι πολύ ξύπνια εγώ).

Έξω απ' το Σούνιο, δεν ξέρεις που να πρωτοβουτήξεις. Καραβάκια πηγαινοέρχονται στο νησάκι του Πατρόκλου.
Το μαγιό είναι άθλιο.
Δεν στεγνώνει με τίποτα και με τρώει ο πισινός μου από την άμμο. Τι το ήθελα το περτικαλί χρωματάκι; Στεγνώνει σιγά σιγά από κάτω προς τα πάνω, κάνοντάς με να μοιάζω με τεκίλα σανράιζ ή με κατουρημένη τυρόπιτα.
Θλίψη.
Το βγάζω στην πρώτη ευκαιρία και φοράω ένα σαλβάρι. Σημειώνω στο κινητό "να θυμηθώ να πετάξω την πορτοκαλί αηδία". Ανάθεμα κι αν θα καταλάβω περί τίνος πρόκειται όταν το ξαναδιαβάσω σε καμιά βδομάδα: αυτή την εποχή, το μυαλό μου λειτουργεί σε εγκεφαλικό appassionato. Απαλά, αθόρυβα, ρελαντί.
Ο Βασιλάκης δεν μπορεί ακόμη να ευχηθεί "καλό μήνα", αλλά ξέρει πώς να το κάνει:
"Ντε", λέει με τη μπισκοτούμπα στο χέρι κι ενώ θέλει να αφήσει το πλαστικό του ποδηλατάκι για να ανέβει στο παρκαρισμένο μηχανάκι μου.
Ρε τσόγλανε, του λέω. Είσαι φάτσα. Είσαι φάτσα. Είσαι φάτσααα! Πες μου ΜΙΑ κουβέντα και σε πάω όπου θες. Μίλα και πες ό,τι θες.
Πες μου κάτι όμως... γιατί βαρέθηκα τη σιωπή και την αμηχανία.
Και είναι ένας μήνας σήμερα, που έχω επέτειο θλίψης.

